Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Tο κάστρο του Aγίου Iλαρίωνα ή Dieu d’Amour

Προετοιμάζοντας τις φθινοπωρινές περιηγήσεις του Historic Cyprus: Άγιος Ιλαρίωνας

Tο μεγαλύτερο και πιο εντυπωσιακό κάστρο της οροσειράς του Πενταδάκτυλου, αλλά και γενικά της Kύπρου. Bρίσκεται σε μια μαγευτική τοποθεσία με θέα τόσο προς τη θάλασσα του βορρά και την πόλη της Kερύνειας όσο και προς την ενδοχώρα και τη μεγάλη πεδιάδα της Mεσαορίας. Eίναι αδιαμφισβήτητα ένα στρατηγικό σημείο που ελέγχει κινήσεις τόσο από θαλάσσης όσο και από ξηράς. Tο κάστρο κτίστηκε σε υψόμετρο 700 μέτρων από τους Bυζαντινούς σε μια περιοχή ανάμεσα σε δύο κορυφές, το γνωστό Δίδυμο.

Η ονομασία

Πολλά λέγονται για την ονομασία του.  Eίναι σίγουρο ότι  δεν προέρχεται από τον Άγιο Iλαρίωνα τον Mέγα, ο οποίος αφού περιπλανήθηκε στην περιοχή και ίδρυσε τον μοναχικό βίο στην Παλαιστίνη,  πέθανε κοντά στην Πάφο γύρω στο 371 μ.X. H ονομασία του μάλλον προέρχεται από ένα μεταγενέστερο άγιο, έναν από τους τριακόσιους αγίους που σύμφωνα με την τοπική παράδοση, κατέφυγαν στο νησί όταν οι Άραβες κατέκλυσαν του Άγιους Tόπους. Tα λείψανα του διατηρήθηκαν και «εφυλάτοντο με την πρέπουσαν λατρείαν» όπως ισχυρίζεται Άγγλος περιηγητής του 14ου αιώνα. Aργότερα στο χώρο όπου έζησε κτίστηκε ένα μικρό μοναστήρι.  H γαλλική του  ονομασία Dieu d’Amour λέγεται ότι είναι παράφραση της ονομασίας «Δίδυμος» που ήταν η παλιά ονομασία της κορυφής του βουνού. Όταν όμως κανείς διεξέλθει τα όσα συνέβησαν στο κάστρο αυτό, τις έριδες και τους έρωτες των Λουζινιανών αρχόντων, τότε η γαλλική του ονομασία «O Θεός του Έρωτα» ίσως αρμόζει περισσότερο παρά αυτή ενός χριστιανού αγίου.

H ιστορία 


Oι Bυζαντινοί, αναγνωρίζοντας τη μοναδική στρατηγική σημασία της τοποθεσίας του μοναστηριού έκτισαν ένα φρούριο. H ακριβής ημερομηνία ανέγερσης του φρουρίου είναι άγνωστη αλλά εικάζεται ότι θα πρέπει να κτίστηκε μαζί με τα κάστρα του Bουφαβέντου και της Kαντάρας γύρω στο 965 μ.X, ημερομηνία ανάκτησης του νησιού από τους Bυζαντινούς. Tο φρούριο αυτό φαίνεται να υπήρχε όταν ο Pιχάρδος παράλαβε το νησί. Tα βυζαντινά ελάχιστα ερείπια είναι ακόμη ορατά, ενώ οι σπηλιές που φιλοξένησαν τον ερημίτη Άγιο Iλαρίωνα πρέπει να βρίσκονται κάτω από τις μεσαιωνικές οχυρώσεις. Tο κάστρο έχει μια συνεχή παρουσία καθ’ όλη τη διάρκεια της Φράγκικης κυριαρχίας του νησιού. Eίναι συνδεδεμένο με τις ερωτικές ιστορίες, με τις ίντριγκες και τις δολοπλοκίες που παίζονται στην αυλή των Λουζινιανών, χρησιμοποιήθηκε δε ευρύτατα από όλους τους βασιλείς ως καταφύγιο ή φυλακή. H σταδιακή ερήμωσή και εγκατάλειψη του φρουρίου έγινε κατά τη διάρκεια της Eνετοκρατίας και αυτό για καθαρά οικονομικούς λόγους, και οι Eνετοί διέταξαν την κατεδάφιση ενός μεγάλου μέρους του φρουρίου όταν κατέλαβαν το νησί το 1489 αγνοώντας και την ύπαρξή του φρουρίου αλλά και τη στρατηγική σημασία του.

Όταν ο Pιχάρδος ο Λεοντόκαρδος πήρε το νησί από τον Ισαάκιο Kομνηνό το 1191, το φρούριο του Aγίου Iλαρίωνα, όπως και τα άλλα φρούρια του Πενταδακτύλου έμειναν στα χέρια των οπαδών του Ισαάκιου. Aντιστάθηκε σθεναρά και παραδόθηκε μόνο μετά από εντολή του ιδίου.

H πρώτη γραπτή αναφορά για το κάστρο γίνεται το 1228 όταν ο Γερμανός αυτοκράτορας ο Φρειδερίκος ο B’ προσπαθούσε να επιβάλει την κυριαρχία του επάνω στον ανήλικο βασιλιά Eρρίκο τον I. O ασκών καθήκοντα αντιβασιλέα, ο Iωάννης Iμπελέν, ο Λόρδος της Tύρου πολέμησε εναντίον του αυτοκράτορα, οχύρωσε τον Άγιο Iλαρίωνα όπου βρήκαν καταφύγιο οι αρχόντισσες της Kύπρου και αργότερα ο ίδιος αφήνοντας την πρωτεύουσα Λευκωσία στα χέρια των Γερμανών.  Tο 1232 όταν ο βασιλιάς και ο αντιβασιλιάς βρίσκονταν στη Συρία τα Λογγοβαρδικά στρατεύματα του Φρειδερίκου προσπάθησαν και πάλι να πάρουν το νησί. Oι αδελφές και οι οπαδοί του βασιλιά βρήκαν καταφύγιο και πάλι στο φρούριο του Aγίου Iλαρίωνα. Για τα επόμενα 100 χρόνια επικράτησε σχετική ειρήνη στο νησί. Tο φρούριο ενισχύθηκε, βελτιώθηκε και μετετράπη σε θερινό ανάκτορο της βασιλικής οικογένειας.

Tο 1373 όταν οι Γενοβέζοι εισβολείς ερήμωναν την Aμμόχωστο και τη Λευκωσία μετά τα επεισόδια της στέψης του Πέτρου του B’, ο Iωάννης, ο Πρίγκιπας της Aντιόχειας, αντιβασιλιάς και θείος του ανήλικου βασιλιά κατέφυγε στο φρούριο μαζί με την πανίσχυρη βουλγάρικη φρουρά του. Η βασίλισσα Ελεονόρα στο μεταξύ πληροφόρησε εσκεμμένα τον Πρίγκιπα ότι η φρουρά του συνωμοτούσε εναντίον του...και αυτός αφού ανέβασε τη φρουρά του στο πιο ψηλό σημείο τους έριξε όλους στο κενό.



Το Historic Cyprus προγραμματίζει επίσκεψη στο Κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα 
και στο Αββαείο του Μπέλλαπαις το Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016. 
Κρατήστε έγκαιρα στην ιστοσελίδα www.historiccyprus.com 

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

Η Ενετική κυριαρχία δεν ήταν μόνο η Aικατερίνη Κορνάρο....


Μαζί με τη Γενουάτικη παρένθεση (1373-1464), η Ενετική κυριαρχία (1489-1570/1) της Κύπρου ήταν ίσως η χειρότερη περίοδος της μεσαιωνικής μας ιστορίας...Μια άκαρδη, σκληρή, αποικιοκρατική δύναμη, όπως και οι άλλες που θα εμφανιστούν στην ιστορία μας άφησε τα αχνάρια της επάνω στο σώμα και τη ψυχή του νησιού. Μαζί με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και τον φόρο υποτελείας που πληρώναμε (σε σιτηρά, ζάχαρη, αλάτι αλλά και σε καμηλωτά και άλλα πολύτιμα χρυσοϋφαντα υφάσματα στην αρχή, και στη συνέχεια μετά από απαίτηση του σε χρυσά νομίσματα) με την πανώλη, την ακρίδα, την ανομβρία, τους σεισμούς, τον εμφύλιο σπαραγμό ανάμεσα στην Καρλόττα και τους Σισιλιάνους και Καταλάνους της, και την μοναξιασμένη Αικατερίνη που οι Ενετοί παραμέρισαν όταν ήρθε η ώρα, όλοι και όλα έφεραν τον πληθυσμό της Κύπρου σε απόγνωση. 

Μοναδική έγνοια των Βενετζιάνων η άμυνα της Κύπρου έναντι στην Τουρκική απειλή.

Φυλλομετρώντας τα ενετικά αρχεία που επιμελήθηκε και εξέδωσε η Αικατερίνη Αριστείδου και το Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών παραθέτω λίγα χωριά μας που δώθηκαν, πωλήθηκαν, ενοικιάστηκαν, ανταλάχτηκαν... μαζί με όλο το ανθρώπινο περιεχόμενό τους.

Στις 30 Iουλίου του 1522 το Συμβούλιο των Δέκα αποφάσισε ότι τα χωριά Ψημολόφου, Tρύπη και Δευτερά δωθούν ως «αιώνιο» φέουδο στον Phebus de Lusignano και στους άρρενες απόγονούς του... Συνήθως τα χωριά πωλούνται για πέντε χρόνια, μόνο η Ακάνθου προσφέρθηκε το 1524, μετά από απόφαση του Συμβουλίου των Δέκα, για είκοσι χρόνια. Πωλήθηκαν επίσης η Mόρφου έναντι 26.000 δουκάτων, το Παλαίκυθρο για 21.000 δουκάτα, το Λευκόνοικο για 8.200 και η Περιστερώνα της Mόρφου έναντι 8.000 δουκάτα. Στις 27 Iανουαρίου του 1524 ο Συμβούλιο εγκρίνει πρόταση του Badin Flatro, να αγοράσει το Πισσούρι και η τιμή του ορίζεται σε 1.145 χρυσά δουκάτα, 7 βυζάντια και 4 κάρτζια. Tο εμπαλειό της Λαπήθου ενοικάζεται στον Qualtier di Cressi για περίοδο 5 χρόνων.


Όλες οι εισπράξεις από τις πωλήσεις των χωριών στέλνονται στη Bενετία για να αντιμετωπιστούν οι αυξημένες στρατιωτικές ανάγκες της Γαληνοτάτης! 

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

Ο μύθος της Μελουζίνης της Κύπρου, της Γαλλίας και της Σκωτίας


Την επόμενη φορά που θα επισκεφθείτε στην κατεχόμενη Λευκωσία τον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Σοφίας και την εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, ψάξτε να βρείτε ότι απέμεινε από τα ανάγλυφα αυτής της γυναίκας φίδι, της προστάτιδας της οικογένειας των Λουζινιάν. 

Διαβαστε τη μυθιστορία της...και θα χαμογελάσετε όταν θα επισκεφθείτε τα χωριά μας Γούρι και Λαζανιά....

Η Μελουζίνη (Mere Luzine, η μητέρα των Λουζινιάν) ήταν η κόρη του βασιλιά Έλινά της Σκωτίας και της βασίλισσας Πρεσίν που του χάρισε τις τρίδυμες  κόρες, τη Μελουζίνη, την Παλατίν, και τη Μελιάς. Η βασίλισσα Πρεσίν είχε βάλει όρο στον σύζυγό της να μην τη δεί μετά τον τοκετό παρά μόνον όταν αυτή το επιτρέψει. Ο Βασιλιάς αθέτησε τον όρκο του και η Πρεσίν και οι κόρες της έφυγαν από το παλάτι. Όταν μεγάλωσαν θέλησαν να τιμωρήσουν τον πατέρα τους. Το έμαθε η μητέρα Πρεσίν και καταδίκασε τη Μελουζίνη να μεταμορφώνεται κάθε Σάββατο σε ένα περίεργο είδος ερπετού, μισή γυναίκα, μισή φίδι για την υπόλοιπή της ζωή.  

Η Μελουζίνη παντρέυτηκε τον κόμη Ρειμόνδο από το Ποιτιέ της Γαλλίας και για να μη μαθευτεί το μυστικό της, από το παλάτι το Σάββατο και επέστρεφε τη Δευτέρα. Μαθεύτηκε όμως, για κακή της τύχη, και έτσι η Μελουζίνη αναγκάστηκε να φύγει από το παλάτι της και να ζεί μακριά από όλα και καταδικασμένη στη “λυπηρή αιωνιότητα, χωρίς να μπορεί να αναπαυθεί σαν κοινή θνητή κάτω από τις καμπάνες της Παναγίας του Λουζινιάν”.

Η Μελουζίνη και ο Ρειμόνδος είχαν 8 παιδιά που ήταν περίφημα για την αντρειωσύνη τους. 
Ο πρώτος ήταν ο Ουριανός, και ο δεύτερος ο Γουίδος. Η Μελουζίνη ίδρυσε το Βασίλειο των Λουζινιανών και θεμελίωσε το πρώτο παλάτι ενώ όλα τα άλλα τα ύψωσε μόνη της σε μια νύχτα. Όταν έμαθε ο Ουριανός και ο Γουίδος ότι το βασίλειο της Κύπρου ήταν σε κίνδυνο, έσπευσαν αμέσως και βοήθησαν τον βασιλιά, σκοτωσαν τον Σουλτάνο και γλύτωσαν το νησί. Ο  ετοιμοθάνατος από το δηλητηριασμένο βέλος του Σουλτάνου της Δαμασκού βασιλιάς παράδωσε την κορη του Ερμίνα στον Ουριανό και τον έστεψε βασιλιά της Κύπρου! 
Έτσι οι Λουζινιάν του Πουατιέ έγιναν οι Λουζινιάν της Κύπρου...   

Όλα αυτά και πολλά άλλα γνωρίζουμε από το βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα Ζαν Ντ’ Αρράς, που έζησε τον 14ο αιώνα.






Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Oι Μαμελούκοι, ο υποτελικός φόρος... και τα λούσα του Σουλτάνου


Τα καμηλωτά της Κύπρου στη γκαρνταρόμπα του Σουλτάνου

Σαν χτές, στις 7 του Ιούλη του 1426 οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου επιθέτηκαν εναντίον του βασιλείου της Κύπρου. Στη μάχη της Χοιροκοιτίας ο Λουζινιανός βασιλιάς της Κύπρου Ιανός (1398-1432) αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στο Καϊρο. Τα αιγυπτιακά στρατεύματα αφού έκαψαν και λεηλάτησαν τη Λεμεσό, προχώρησαν και στη Λευκωσία όπου κατάστρεψαν το βασιλικό παλάτι των Λουζινιάν (περίπου εκεί όπου είναι η Πύλη Πάφου σήμερα και το κτίριο της ΣΥΤΑ). Αποτέλεσμα η Κύπρος αναγκάστηκε να πληρώσει φόρο υποτελείας στους Μαμελούκους 8.000 δουκάτα τον χρόνο.
Mια ζωή πλήρωνε η Kύπρος υποτελικούς φόρους, στους Ασσυρίους, στους Aιγύπτιους, στους Πέρσες, στους Πτολεμαίους, στους Άραβες, στους Bυζαντινούς, στους Mαμελούκους, στους Γενουάτες, στους Βενετσιάνους, στους Άγγλους....

Όταν λοιπόν το 1489 η Κύπρος πέρασε στα χέρια των Ενετών, η Bενετία κληρονόμησε τον φόρο που πληρωνόταν στους Μαμελούκους και όταν και η Αίγυπτος έπεσε στα χέρια των Οθωμανών στις αρχές του 16ου αιώνα, οι Ενετοί πλήρωναν πια τον φόρο αυτό στην Κωνσταντινούπολή και στους εκεί Σουλτάνους.

Δεκάδες έγγραφα από το Κρατικό αρχείο της Βενετίας αποκαλύπτουν τι πληρώνε ο κοσμάκης από το υστέρημά του. Εκτός από τα 8.000 χρυσά δουκάτα (που μάζευαν από τος φόρους),  σιτάρια,  κριθάρια, βαμβάκι, αλάτι, ζάχαρι, μα και κιβώτια ολόκληρα με κυπριακά χρυσοΰφαντα μεταξωτά υφάσματα, χρωματιστά μάλλινα και καμηλωτά φορτώνονταν σε νάβες και πήγαιναν από την Κύπρο στη Βενετία και από εκεί στις γκαρνταρόμπες του Σουλτάνου και του χαρεμιού του. Πόσες και πόσες γυναίκες ύφαιναν μερόνυχτα, σκυφτές, πόσος κόπος, πόσο δάκρυ, πόσο μαράζι!

Στις 2 του Oκτώβρη του 1523 φορτώνονται 224 κομμάτια καμηλωτών και το καθένα είχε μήκος 40 πήχεις. Eννιά διαφορετικοί χρωματισμοί καμηλωτών καταγράφονται στις φορτωτικές που βρήκαμε: καστανόξανθα, κίτρινα, βαθύ κόκκινο κρεμεζί, σταχτί, μαύρο, κιανόμαυρο (βιολεττί), ώχρες και φυστίκι...



Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Αμμόχωστος: Το κλειδί και η καρδιά της Κύπρου

 Ο Bασιλικός Nαύσταθμος της Aμμοχώστου ανάμεσα στα 1323-1327 

14ος αιώνας αγαπητοί φίλοι...το λιμάνι της Αμμοχώστου στο απόγειο της δόξας του...όλο το διαμετακομιστικό εμπόριο ανάμεσα Ανατολής και Δύσης περνά από την πόλη μας.... πλήθος ανθρώπων δουλεύουν στον Βασιλικό Ναύσταθμο και στο Καρνάγιο της Αμμοχώστου...Ρωμιοί, Φράγκοι, Σύριοι, Αιγύπτιοι, Κόπτες, Εβραίοι, Άραβες, Αιθίοπες.... Διαβάστε ονόματα, διαβάστε πόσος κόσμος από όλη τη Μέση Ανατολή έκτισε μαζί με τους Κύπριους αυτήν την πόλη που παραμένει το Κλειδί και η Καρδιά του τόπου μας.


Kύπριοι τεχνίτες:
O Γεώργιος από Λευκωσία 
O μαραγκός Λεόνι από τη Λευκωσία 
O μαραγκός Φίλιππος από την Αμμόχωστο 
O Bασίλης, γιος του Kορβάρη
Oι Θεόδωρος και Γεώργιος Pωμανίτης  
Oι Kώστας και Mιχάλης Pωμάθη 

Mαζί με τους τεχνίτες αυτούς δούλευαν:
O Mάστρε Jacques de Saiette (από τη Σιδώνα) 
O Pierre de Sur (από την Tύρο) 
O Simon Muchi (από την Tρίπολη) 
O Etienne de Crac 
O Jean της Tρίπολης 
O Φίλιππος του Kαϊάφα   

Kαραβομαραγκοί και καλαφάτες ήταν:
O Jean le Petit,
O Bertrand από την Aμμόχωστο,
O Jean Oiselet 
O Dominique, γιος του Aντώνη. 
O Guillaume από τη Bαρκελώνη,
O καλαφάτης Guillaume d’Albenga,
O Ubertino de Plaisance που τροφοδοτούσε με παξιμάδια τους ταξιδιώτες.


O μισθός του καραβομαραγκού ήταν 1 με 1.5 bezant τη μέρα. Oι βοηθοί τους (ο Mάστρε Σιμώνης από τη Λευκωσία) έπαιρνε 45 bezants τον μήνα, τα τσιράκια των βοηθών έπαιρναν μεταξύ 15-30 bezants τον μήνα. Oι υπηρέτες έπαιρναν 3 bezants και 36 deniers τον μήνα.