Σκέψεις Ιουλιανού Σαββατοκύριακου στην πρωτεύουσα
Κυριακή πρωι. Γεύση ηρεμίας στις γειτονιές του Αγίου Ανδρέα...δρόμοι άδειοι, σπίτια ερμετικά κλειστά, μόνο ο θόρυβος των κλιματιστικών παραπέμπει σε ύπαρξη ζωής. Η ζέστη της Λευκωσίας αφόρητη τις απογευματινές ώρες, αναιρεί κάθε δύναμη, απορροφά κάθε ενέργεια...
Η μόνη ζωή της πρωτεύουσας: εντός των τειχών. Οι πεζόδρομοι να σφίζουν από ξένους, από Τουρκοκύπριους που κάνουν τις κυριακάτικες τους βόλτες, παγωτό στον Ηράκλη, καφές κυπριακός παραδίπλα, από το ΟΧΙ στην Τρικούπη άλλος κόσμος, η άλλη όψη της πρωτεύουσας. Εκεί ο προορισμός Πρωταράς είναι άγνωστος...ο κόσμος δουλεύει, τα κουρεία έχουν την τιμητική τους όπως και τα χαλάλ κρεοπωλεία...η ανατολίτικη μας πλευρά όσο και αν δε μας αρέσει ζει, σκορπίζει μυρωδιές μπαχαρικών, εκεί είναι ακόμη παζάρι, χρώματα, αισθήσεις, φωνές, γέλια...αυτό που είπε τότε ο Σεφέρης για την ηδυπάθεια ισχύει. Πόσο σύνθετη και πολυδιάστατη είναι η πόλη μας. Στη Φανερωμένη το μνημόσυνο των δεσποτάδων, λίγα μέτρα παρά πέρα τα σύγχρονα παιδιά στα Καλά Καθούμενα, αυτά, που δεν ξέρω αν ξέρουν ποιοι ήταν οι δεσποτάδες.
Και αίφνης η Κυριακή τελειώνει...οι δρόμοι γεμίζουν από όμορφες Ινδές που φορούν με χάρι τα πολύχρωμα σάρι τους, από κοπέλλες από τη Σριλάνκα με τις γυαλιστερές μαύρες πλεξούδες...όλες να επιστρέφουν στην πραγματικότητα της ζωής τους...μακριά από τους δικούς τους, τα παιδιά τους...και ξαφνικά η γειτονιά ζωντανεύει...ο κόσμος ανοίγει παράθυρα, πόρτες, κάθεται στις βεράντες, η Λευκωσία φυσά από τη Δύση, τα παιδιά στις λιγοστές πια αλάνες παίζουν, ένας ήχος νερού μέσα από κάθε αυλή, η δροσιά του απογεύματος ως δώρο.
Μικρός ο κόσμος της Κύπρου, γνωριζόμαστε ανάμεσά μας. Έτσι ήταν η ζωή μας, οι γειτονιές, οι γείτονες, η αίσθηση και η ασφάλεια ότι ανήκεις, ότι είσαι η συνέχεια μιας άλλης ζωής. Αυτό ανέτρεψε και αναίρεσε η κατοχή.



