Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Καρπάσι, ίσως ο καλύτερός μας εαυτός


Οι Σιελωνούδες, οι  Γεναικόπετρες, ο Αλμυρόλακκος


Μόνο η νότια ακτή...για την ώρα. Στην αρχή σκέφτηκα να μη γράψω, να μην πω, να τα κρατήσω όλα μέσα μου, τη μαγεία, τη θλίψη, τη σιωπή, την αλμύρα... αλλά και τη χαρά. Οδηγούσα αφηρημένη από την Κώμα του Γιαλού μέχρι το Ριζοκάρπασο και μετά εκείνη η ανάβαση, ο δρόμος που έπαψε να είναι σύγχρονος, ο δρόμος ο παλιός που ξεραμε, ανηφορίζοντας προς το μοναστήρι. Παρατηρούσα, εστίαζα με το βάθος του ματιού μου, δεν χόρταινα το τοπίο που με αγκάλιαζε ασφικτικά, σκεφτόμουν, αράδιαζα σκέψεις, συναισθήματα, θύμησες, μνήμες, ανθρώπους, λόγια, μουσικές. Με απελευθέρωσε ο Μαχαιρίτσας, που άκουγα στη διαπασών.

Ποια πόλη,  ποια χώρα,  ποια θάλασσα σε ταξιδεύει τώρα...και πείστικα να αραδιάσω και να μοιραστώ συναισθήματα και εικόνες ως ακόμη μια εύθραυστη blogger.

Η Καρπασία είναι μια ήπειρος για όσους βλέπουν με μάτια ανοικτά. Είναι ένας χώρος που αποδέχεται μόνον αυτούς που είναι σε ειρήνη με τον εαυτό τους...που αποδέχονται ότι ο τόπος είναι ένας και δεν είναι γέριμος. Μια εσωτερική δύναμη υπερίπταται της θάλασσας, των τερατσιών, της βλάστησης, των υπολλειμάτων πέτρινων ερειπίων, κάποτε σπιτιών, εστιών που στέγαζαν κόσμο, παιδιά, οικογένειες. Παραμένουν στο χώρο, με μια περίεργη εμμονή, παραμένουν και παραπέμπουν πεισματικά. Υπάρχει διάχυτη μια απόλυτη αλήθεια, στους βράχους, στις πέτρες, στη βλάστηση, τίποτε δεν είναι προσποιημένο, είναι ο γυρισμός, η συνεύρεση, και ίσως και η ενδόμυχη αναγνώριση αυτά που πρωτεύουν, αυτά που χάνουμε καθημερινά, που προσπερνάμε ασυναίσθητα. Αυτά που μετρούν σε τελική ανάλυση. Περπατώντας το ξημέρωμα στις σιελωνούδες, είχε υγρασία, σύννεφα, που έφευγαν όμως αστραπιαία λες και τα έδιωχνε ένα αδιόρατο χέρι...όσο έφευγαν τόσο ζεσταινόταν η άμμος και ημέρευε η θάλασσα που αποκτούσε ένα χρώμα διάφανο, μπλέ δεν ήταν, πράσινο δεν ήταν, ήταν αυτό που ήθελες να δεις...η παραλία απέραντη, μπουκάλες και πλαστικά παντού, κινεζούλες με ντόπιες παρέες,  αλλά δεν τα έβλεπα, τίποτα δεν έβλεπα παρά  μια θάλασσα ατέλειωτη, που διαπερνούσε και έπλενε ότι σάπιο, σαθρό κουβαλούσα από την πρωτεύουσα....

Πολλά λόγια δε χρειάζονται...το νερό και η αλμύρα αναλαμβάνουν να διαλευκάνουν ότι είναι ανεξήγητο για μας.

Στη Χώρα είχε  39 βαθμούς σήμερα






0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα